Δύσκολα παίρνει κανείς τα μάτια του από ένα τέτοιο άρθρο, γραμμένο το 1988, πριν τη γνώση του CCSVI.
Οι συγγραφείς του, Nicolson και McLaughlin, διερευνούν τη σύγκρουση των δύο δημοφιλέστερων εξηγήσεων προέλευσης της σκλήρυνσης (αυτοάνοση vs. φλεβική) βάσει των διαφορετικών εξοπλισμών που κατέχει η κάθε ομάδα (Νευροπαθολόγοι κόντρα σε Αγγειολόγους) και βάσει της οικονομικής ανισότητας ανάμεσα στις δύο ομάδες - ανισότητα που κατέληξε να ευνοεί τη μία θεώρηση (την αυτοάνοση), και όχι την άλλη.
Είναι ένα δυνατό κείμενο για το πως η γνώση, στην ουσία, κατασκευάζεται από τους έχοντες και κατέχοντες.
Social constructionism and medical sociology
Για τον κοινωνιολόγο, η γνώση παράγεται σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο, και για να εξυπηρετήσει έναν σκοπό.
Input from the phenomena under study is filtered according to the equipment, skills and priorities of the observer. Furthermore that input falls not upon a blank slate but upon a set of previously existing beliefs about the world. Scientists cannot therefore devise scientific theories solely in the light of their direct immediate experience of phenomena. They base new knowledge upon the relevant data and upon their preexisting beliefs and theories. We understand the unknown in the light of what we already know - which, of course, in tum has its roots in training and in prior socialisation. Different observers, therefore, produce radically different cognitive worlds because modes of observation, and the points from which observation takes place, differ.
Δεν υπάρχει σαφής αντικειμενικότητα: ο κάθε παρατηρητής ενός φαινομένου βλέπει σε αυτό το φαινόμενο αυτά που θέλει να αναγνωρίσει, αυτά που η πρότερη γνώση του του επιτρέπει να κατανοήσει, αυτά που ο εξοπλισμός του τον ενθαρρύνει να δει. Κάθε νέα γνώση, επιπλέον, πρέπει να μπορεί να εντάσσεται αυτόματα στο σύνολο των γνώσεων που κατέχει ήδη ο παρατηρητής, και όχι να εναντιώνεται στις προϋπάρχουσες θεωρίες και εμπειρίες του - κάτι τέτοιο θα δυσκόλευε την κατανόηση και θα ακύρωνε το οικοδόμημα της γνώσης του.
Αυτή είναι η κοινωνιολογική προέλευση της γνώσης. Καθιστά αρκετά ρευστά τα πράγματα, αφού όλα εξαρτώνται από τον παρατηρητή, και όχι τόσο από το αντικείμενο της παρατήρησης. Θα ήλπιζε κανείς πως στην ιατρική τα πράγματα είναι ξεκάθαρα, αλλά η παρούσα εργασία, με το παράδειγμα της πολλαπλής σκλήρυνσης, δείχνει πώς, στην ουσία, οι προκαταλήψεις συγκεκριμένων παρατηρητών, καθώς και η οικονομική τους δύναμη, ευνόησε την επικράτηση του αυτοάνοσου μοντέλου έναντι του φλεβικού.
vascular, hydraulic and structurally localized
This emphasis illustrates the fact that, to him, MS is not solely, or even primarily, a disease of the myelin sheaths or any other part of the nervous system. It is for him primarily a disease of the vascular system which only secondarily produces neurological effects.
Με τέτοια θεώρηση, ικανή λύση στα συμπτώματα θεωρούσε την θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο (χορήγηση καθαρού οξυγόνου σε θαλάμους υψηλής πίεσης). Κάποιες κλινικές δοκιμές με υπερβαρικό οξυγόνο έδωσαν πολύ καλά αποτελέσματα (Fischer, 1983), όσον αφορά τα συμπτώματα της σκλήρυνσης, αλλά οι δοκιμές, θα έλεγε ένας Κοινωνιολόγος, έγιναν πάλι από ανθρώπους που ήθελαν να βρουν υποξία στην σκλήρυνση, και τη βρήκαν.
Ωστόσο, αν δεν απατώμαι, οι συγγραφείς του άρθρου είναι μάλλον φιλικοί στη φλεβική θεωρία, και ο λόγος που ασκούν κοινωνιολογική κριτική στην φλεβική, είναι για να δείξουν, κατ'αναλογία, πόσο μεγαλύτερη είναι η κριτική που μπορεί να ασκηθεί στον τρόπο που κατασκευάστηκε η αυτοάνοση θεωρία.
H αυτοάνοση θεωρία, αντίστοιχα, δε θα μπορούσε να προκύψει από έναν Οδοντίατρο ή μία Γυναικολόγο, παρά μόνο από ανθρώπους που γνώριζαν τη μοριακή δραστηριότητα ιογενών ή ανοσολογικών παραγόντων και τέτοιους παράγοντες ήθελαν και ήταν εξασκημένοι να βρίσκουν. Όπως οι Αγγειολόγοι εντοπίζουν ομοιότητες ανάμεσα στην ασθένεια των δυτών και την σκλήρυνση, έτσι και οι θεωροί της αυτοανοσίας βρίσκουν κοινά στοιχεία στην σκλήρυνση με την ΕΑΕ. Αυτό είναι το αναπόφευκτο bias κάθε πλευράς: θα δει αυτά που θέλει και μπορεί να δει σε ένα φαινόμενο. Οι νευρολόγοι και νευροπαθολόγοι, που μελετούσαν την MS, ήταν ελάχιστα έως καθόλου διατεθειμένοι να σκεφτούν outside the box, όπως λέει ο Haacke: με έναν ανορθόδοξο τρόπο για την ασθένεια, που να μη περιλαμβάνει την αυστηρή συμβιωτική σχέση συμπτωμάτων και νευρικού συστήματος - σε αντίθεση με την εντύπωση του Dr. James πως η σκλήρυνση είναι πρωτογενώς αγγειακή και δευτερογενώς νευρολογική, και σε αντίθεση με τα σημερινά δεδομένα που μιλάνε για συμπτώματα CCSVI (φλεβικά συμπτώματα), εκτός από νευρολογικά συμπτώματα.
Η κάθε πλευρά, επιπλέον, ερμηνεύει τα αποτελέσματα της άλλης πλευράς όπως την συμφέρει: τα πολύ καλά αποτελέσματα της θεραπείας με υπερβαρικό οξυγόνο ερμηνεύτηκαν από τους οπαδούς της αυτοανοσίας ως ικανότητα του οξυγόνου να καταπνίγει το κακό ανοσοποιητικό που επιτίθεται στη μυελίνη. Αντίστοιχα, και οι Αγγειολόγοι θεωρούν πως τα στεροειδή βοηθούν στα οξεία συμπτώματα της MS όχι επειδή καταπνίγουν το κακό ανοσοποιητικό, αλλά επειδή μειώνουν τοπικά το οίδημα και τη διαπερατότητα των φλεβών.
Πώς λύνεται λοιπόν η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο εξίσου δυνατές θεωρίες; Γιατί κατέληξε ευνοούμενη της επιστήμης η αυτοάνοση υπόθεση και εγκαταλείφθηκε η φλεβική;
Immunology has possession of the commanding heights of orthodox medicine (Humphrey 1982) and accordingly possesses great power to grant recognition, to open access to publication, to fund research. Moreover neurologists and immunologists have always dominated the Medical Advisory Committees of the British and the American Multiple Sclerosis Societies, major grant-givers in the field of MS research. The debate over the causation and treatment of MS is not, therefore, an interchange of ideas between social equals, but is a competition between a large and powerful social group and a weak and marginal one.
Η σύγκριση ήταν ανόμοια από την αρχή. Οι Ανοσολόγοι είχαν πάντα εύκολη πρόσβαση σε δημοσιεύσεις και έρευνα που μπορούσε να βρει αναγνώριση. Οι Νευρολόγοι, ταυτόχρονα, ήταν πάντα στις συμβουλευτικές επιτροπές στους Συλλόγους Πολλαπλής Σκλήρυνσης, και με τον τρόπο τους επηρέαζαν την πορεία της έρευνας. Η πορεία της έρευνας ήταν αναγκαστικά ανοσολογική/νευρολογική, αφού αυτές οι δύο ομάδες μόνο τη διαχειρίζονταν.
Παράδειγμα: όταν ο Dr. Fischer ανακοίνωσε έως και 72% βελτίωση στα συμπτώματα ασθενών του μετά την χρήση υπερβαρικού οξυγόνου, η επιστημονική κοινότητα έστρεψε το ενδιαφέρον της σε μία έρευνα που γίνονταν την ίδια εποχή με κυκλοφωσφαμίδη (φάρμακο που καταστέλλει το ανοσοποιητικό και τη φλεγμονή). Η κυκλοφωσφαμίδη βοήθησε μόνο το ένα τρίτο των ασθενών (το περιβόητο 33%) και θα έλεγε κανείς ότι η έρευνα του Fischer θα έπρεπε να υπερισχύσει. Όχι όμως, γιατί το φάρμακο ταίριαζε στην αυτοάνοση "ορθόδοξη" αντιμετώπιση της MS.
Wolfgram (1979) has asserted that for medical knowledge about multiple sclerosis to be assessed as valid knowledge it has to accord with the protocols of immunology. Interviewing members of the Wistar Institute in Philadelphia (a major centre for MS research in America), we found that harmony with the received wisdom in immunology was indeed perceived by researchers in the MS field as being a major factor in determining whether or not research projects got financial backing.
Όπως συμπληρώνουν οι συγγραφείς, η σκλήρυνση είναι ασθένεια που έχει κατά καιρούς ταλανισθεί από τρανταχτές "εναλλακτικές" υποσχέσεις θεραπείας, με αποτέλεσμα κάθε άλλη θεώρηση πλην της αυτοάνοσης να θεωρείται εναλλακτική και να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία. Κοινωνικά, απαιτούνται πολύ περισσότερες εξηγήσεις για κάθε άλλη θεώρηση της MS από ότι απαιτούνται για την αυτοανοσία.
Θλιβερό, ε; Η πίστη γίνεται επιστήμη και καθιστά κάθε άλλη επιστήμη σκέτη πίστη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου