Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

Science

"The power of a scientific theory is measured by its ability to transform a small number of axiomatic ideas into detailed predictions of observable phenomena;[...] Further, the validity of a theory is measured by the extent to which its predictions successfully compete with other theories in accounting for the phenomena; [...] Finally, a theory waxes in influence and esteem among scientists as it assembles an even larger body of facts into readily remembered and usable explanatory schemes, and as newly discovered facts conform to its demands".


Αυτός είναι ο Κοινωνιοβιολόγος Edward Wilson και το βιβλίο του On Human Nature.  Το συγκεκριμένο απόσπασμα απαντά στο πώς αξιολογείται η δύναμη μίας επιστημονικής θεωρίας: πρέπει αυτή να μετατρέπει τις ιδέες σε προβλέψεις και παρατηρήσιμα φαινόμενα, να μπορεί να ανταγωνίζεται επιτυχώς άλλες θεωρίες που επιχειρούν το ίδιο και να ενσωματώνει στον κορμό της όλα τα νέα δεδομένα.


Η γνώμη ενός μη ειδικού είναι πως η σκλήρυνση εμφανίζει άτυπα συμπτώματα πριν την επίσημη ή μαγνητική διάγνωσή της και η θεωρία του CCSVI, ως φλεβική θεωρία εμβρυολογικής προέλευσης, έρχεται να εξηγήσει αυτήν και άλλες πρότερες αδυναμίες της αυτοάνοσης θεωρίας, καθώς και να ενσωματώσει συμπτώματα που θεωρούνταν πολλές φορές άσχετα με τη νόσο.  Καθώς η αυτοάνοση θεωρία δε μπορεί ακόμη να θεωρηθεί ικανοποιητική στο πεδίο της πρόβλεψης (δε μπορεί να γίνει επιτυχημένη πρόγνωση για τον ασθενή) αλλά ούτε και της θεραπείας, η θεωρία της ΧΕΝΦΑ είναι τουλάχιστο ανταγωνιστική.


Η σχέση ιατρού-ασθενή είναι σχέση εξάρτησης, γιατί είναι σχέση εξουσίας.  Όχι γιατί συνέρχονται σε αυτή ένας υγιής και ένας ασθενής, αλλά γιατί το προφίλ του ενός είναι ενεργητικό και επιστημονικό (ο έχων τη γνώση και τη θεραπεία) ενώ το προφίλ του άλλου παθητικό, είτε είναι επιστημονικό είτε όχι.  Η κριτική που ασκείται συχνά στο CCSVI είναι πως πρόκειται για θεωρία που υποστηρίζεται, κυρίως διαδικτυακά, από ασθενείς, δηλαδή από το παθητικό και συχνά "μη επιστημονικό" στέλεχος της σχέσης.  Ωστόσο διαίσθηση του καθενός είναι πως δε χρειάζεται να είσαι ιατρός ώστε να μπορείς να κρίνεις την επιστημονική ισχύ ή μέθοδο κάθε θεωρίας.  Χρειάζεται να είσαι εξασκημένος στο πώς παράγεται η επιστήμη και ποιές οι αρχές της, και αυτήν την κριτική μπορεί κάλλιστα να την κάνει και ο Γεωπόνος ή ο Αστρονόμος.  Σε αυτήν την κριτική βάση μπορούν και πρέπει να συνομιλούν ιατροί και ασθενείς.


Η επιστημολογία μελετά τον τρόπο παραγωγής της επιστημονικής γνώσης.  Είναι το βήμα να κατανοήσει κανείς πώς φτάνουμε, τελικά, στην επιστήμη, που είναι το σύνολο των γνώσεων.  Η καρδιά της επιστημονικής μεθόδου βρίσκεται στο να μπορείς να αναλύεις φαινόμενα σε θεμελιώδεις και επαληθεύσιμες προτάσεις.  Ο διάλογος, λοιπόν, δε μπορεί να γίνει κατ' ευθείαν, για την περίπτωσή μας, για το αν υπάρχει θεραπεία στη σκλήρυνση και ποιά είναι αυτή αν δε συμφωνήσουμε πρώτα πως κατέχουμε, γνωστικά, το μοντέλο της νόσου: τί/ποιά είναι η σκλήρυνση;


Όποιος έχει απάντηση στο ερώτημα (Νευρολόγος, Ανοσολόγος, Αγγειοχειρουργός κλπ.) πρέπει να μπορεί να απαντήσει και στο επόμενο απλό επιστημολογικό πλέον ερώτημα: γιατί προτείνουμε ότι η σκλήρυνση είναι αυτό και όχι κάτι άλλο;


Πριν δώσει κανείς απάντηση στο "πώς" θεραπεύεται κάτι, πρέπει να έχει παράξει απολύτως επιστημονικές προτάσεις πάνω στο "τί" είναι η νόσος και "γιατί" συμβαίνει - όπου επιστημονικές σημαίνει επαληθεύσιμες.


Το CCSVI μετέθεσε, όπως γίνεται με όλα τα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας, το ερώτημα στο "τί" και "γιατί".

1 σχόλιο:

  1. Επιστημολογικά, η αυτοάνοση θεωρία πάσχει βαρέως. Θέτει πολλές, ποικίλες και ασύνδετες προϋποθέσεις, δεν έχει συμπαγή εξηγητικό πυρήνα και καλύπτει κάθε τόσο τα ερμηνευτικά των φαινομένων κενά με νέες ad hoc παραδοχές. Όταν μια θεωρία εξελίσσεται επί δεκαετίες με προσθήκες και όχι με εκλεπτύνσεις, τότε κατά πάσα πιθανότητα βρίσκεται σε εντελώς λάθος δρόμο. Βάσει του επιστημολογικού αξιώματος του ξυραφιού του Occam η φλεβική θεωρία υπερτερεί ακριβώς λόγω της συγκριτικής απλότητάς της.

    ΑπάντησηΔιαγραφή